The three pins

20 Αυγούστου 2011
Adam Charalampos

Μια φορά κι έναν καιρό στα πολύ παλιά τα χρόνια υπήρχαν πέτρες εύθραυστες για μαγικά βελόνια. Σε ένα τόπο πολύ μακριά από δω νεράιδες περπατούσαν τη νύχτα και κρατούσαν καλάθι μαγικό. Ξυλοκόποι ξέρουνε, και μυστικά κρατούν, για λίγο ρούμι στο χωριό ό,τι κρύβουν το μιλούν

Ήταν χειμώνας, οι κάτοικοι του μικρού χωριού έβγαιναν έξω μόνο για να κόψουν ξύλα και να κουβαλήσουν νερό στο σπίτι. Ο δυνατός αέρας έκανε το κρύο να είναι ανυπόφορο. Η νύχτα είχε πέσει για τα καλά και όλα τα φώτα από τα μικρά ξύλινα σπίτια ήταν χαμηλωμένα. Ίσως ένα κερί να έκαιε πίσω από τα χιονισμένα παράθυρα ή μια ψυχή να τα φώτιζε. Το φως της ταβέρνας ήταν το ίδιο θαμπό, αλλά όλοι ήξεραν ότι τέτοια ώρα όλος ο ανδρικός πληθυσμός του χωριού ήταν εκεί μέσα.

Οι περισσότεροι από αυτούς ήταν ξυλοκόποι και είχαν μεγάλους ρόζους στα χέρια τους. Ήταν σκυφτοί πάνω στα τραπεζάκια και πίνανε την μπύρα τους έχοντας περασμένη τη παλάμη τους συνέχεια στην τσίγκινη λαβή του ποτηριού τους. Μιλούσαν σιγανά σε παρέες των τριών ή των δύο. Αν προσπαθούσες να ακούσεις τί λένε, ίσως να άκουγες να μιλάνε για παράξενα πλάσματα που εμφανίστηκαν το προηγούμενο βράδυ καθώς γύριζαν σπίτι τους. Τις τελευταίες μέρες είχαν ακουστεί πολλές εξαφανίσεις ντόπιων που γύριζαν στα σπίτια τους και η ανησυχία για τη σημερινή τους επιστροφή μεγάλωνε όλο και περισσότερο όσο περνούσε η ώρα, αλλά παρόλ’ αυτά κανείς δεν έκανε να σηκωθεί από το τραπέζι του.

Ξαφνικά η βαριά πόρτα έτριξε και κρύος άνεμος μαζί με πυκνό χιόνι μπήκε με δύναμη μέσα στη ταβέρνα.

«Κλείσε γρήγορα την πόρτα» φώναξε η Boogetes, η πανδοχέας.

Η πόρτα έκλεισε με δύναμη και δύο ανδρικές φιγούρες εμφανίστηκαν. Ήταν ψηλοί και γεροδεμένοι. Φορούσαν μπότες από χοντρό δέρμα και τα ρούχα τους ήταν βαριά και ζεστά, κατάλληλα για τον εξίσου βαρύ χειμώνα που χτυπούσε ασταμάτητα το μικρό χωριό. Προχώρησαν σιωπηλά στο βάθος σκορπώντας χιόνια και λάσπες στο πέρασμά τους. Κάθισαν σε ένα από τα λιγοστά άδεια τραπέζια και ο ένας από αυτούς σήκωσε το χέρι του δείχνοντας ότι θέλει να παραγγείλει.

Η Boogetes σηκώθηκε από τον πάγκο στον οποίο ήταν ακουμπισμένη και πλησίασε. Πάντα τραβούσε όλα τα βλέμματα πάνω της όταν περπατούσε. Ήταν όμορφη, με ωραίο κορμί και μακριά, σγουρά, καστανόξανθα μαλλιά. Τα μάτια της είχαν το χρώμα των μαλλιών της και το βλέμμα της μπορούσε να εισχωρήσει μέσα στην ψυχή σου.

Δε πρόλαβε να απομακρυνθεί λίγο από τον πάγκο και η πόρτα του μαγαζιού άνοιξε ξανά. Μία όμορφη νεαρή κοπέλα ξεπρόβαλε στην είσοδο. Έκλεισε βιαστικά την πόρτα πίσω της, άφησε το καλάθι που κρατούσε στο πάτωμα και φύσηξε τα λεπτά της δάχτυλα προσπαθώντας να τα ζεστάνει. Η λεπτή της μύτη είχε γίνει κατακόκκινη από το κρύο και το πρόσωπό της ήταν κατακίτρινο από την αδυναμία. Έβηξε με δύναμη και σωριάστηκε στο πάτωμα.

Η Boogetes άφησε το δίσκο από τα χέρια της και έτρεξε να τη βοηθήσει. Μάζεψε το καλάθι από χάμω και την έβαλε να καθίσει σε μια καρέκλα. Το βλέμμα της όμορφης κοπέλας ταράχτηκε μόλις είδε την Boogetes να πάει να ακουμπήσει το καλάθι της, αλλά μόλις το σήκωσε άλλαξε αμέσως, ηρέμησε, γαλήνεψε.

«Είναι μαζί μας» είπε ο ένας από τους μεγαλόσωμους άνδρες.

Η Boogetes γύρισε και είδε και τους δύο παράξενους άντρες να στέκονται από πάνω της κοιτώντας την με ένα παράξενο βλέμμα, σαν να ήθελαν να την κατασπαράξουν. Λες και ήθελε να τους κλέψει το όμορφο κορίτσι.

«Μπόρεσες και σήκωσες το καλάθι της Yohmat….» μουρμούρισε ο άλλος μέσα από τα δόντια του. «Πώς το έκανες; Τί είσαι;»

Η Yohmat ξερόβηξε και ψιθύρισε κάτι, αλλά η φωνή της ήταν τόσο αδύναμη και βαθιά που δεν ακούστηκε τίποτα.

«Τί λες;» φώναξαν και οι δύο μεγαλόσωμοι άνδρες.

«Είναι το άλλο το καλάθι» ψιθύρισε πάλι με όση δύναμη της είχε απομείνει.

«Πολύ καλά» απάντησαν εκείνοι και το βλέμμα τους ηρέμησε και πάλι. «Σε παρακαλούμε μπορείς να την πας σε ένα δωμάτιο να ξεκουραστεί; Περιποιήσου τη. Θα πληρώσουμε εμείς τα έξοδα.»

«Ναι, φυσικά» απάντησε η Boogetes και βοήθησε την τη Yohmat να σηκωθεί.

Η Boogetes έπιασε σφιχτά τη Yohmat από το μπράτσο της και την βοήθησε να ανεβεί τις σκάλες του πανδοχείου. Τα σκαλοπάτια της σκάλας ήταν πολύ παλιά και το τρίξιμο στο κάθε βήμα τους έκανε τις αράχνες να ξυπνούν από το βαθύ τους ύπνο.

Ο Vahmapatr ήταν ίσως ο γηραιότερος σε όλο το χωριό, αλλά και ο πιο περίεργος. Ήθελε να ξέρει κάθε τι που γινόταν στο χωριό, αλλά περισσότερο απ΄όλα τον ενδιέφεραν οι παράξενες και αλλόκοτες ιστορίες. Μάλιστα ο ίδιος έλεγε ότι όταν ήταν νέος είχε συναντήσει μία γοργόνα στην ακροθαλασσιά, που είχε παγώσει από το κρύο. Έλεγε ότι την πήρε σπίτι του, την έβαλε δίπλα στη φωτιά για να ζεσταθεί και μόλις ξύπνησε τη λυπήθηκε και την έριξε πάλι στη θάλασσα. Πολλοί τον κορόιδευαν ότι την παντρεύτηκε. Ίσως και να το είχε κάνει. Κανείς δεν είχε δει ποτέ τη γυναίκα του, κανείς δεν είχε μπει ποτέ στο σπίτι του, κανένα από τα παιδιά του δεν είχανε μιλήσει ποτέ για τη μητέρα τους… Πολλά παράξενα πράγματα συνέβαιναν σε αυτό το χωριό. Η αλήθεια βέβαια είναι ότι κανένας από τους άντρες αυτού του παράξενου χωριού δεν είχε αφήσει ποτέ τη γυναίκα του να βγει από το σπίτι…

Κανένας δεν γνώριζε για την παράξενη ζωή του γερο Vahmapatr, αλλά όλοι ήξεραν πότε ήθελε να μάθει κάτι για την παράξενη ζωή κάποιου άλλου… κερνούσε ένα ποτήρι ρούμι…

Ο Vahmapatr είχε καρφώσει το βλέμμα του πάνω στους δύο άντρες από τη στιγμή που μπήκαν στο μαγαζί. Είχε παρατηρήσει και την παραμικρή λεπτομέρεια πάνω τους, ενώ το περιστατικό με την κοπέλα τον έκανε να βγάλει το ρούμι μέσα από το βαρύ και παλιό πανωφόρι που φορούσε και να το κρατά στα χέρια του περιμένοντας την κατάλληλη ευκαιρία για να το χρησιμοποιήσει.

Οι δύο άντρες μιλούσαν σιγανά με μοναδικό φως μπροστά τους ένα μικρό κερί. Η φλόγα του κεριού τρεμόπαιζε από τον ψίθυρό τους και από τις κινήσεις των χεριών τους και έκανε τις σκιές τους να χορεύουν μαζί με τις υπόλοιπες σκιές του πανδοχείο. Ο Vahmapatr έσυρε αθόρυβα μία καρέκλα στο τραπέζι τους και χωρίς να πει τίποτα έσταξε λίγες γουλιές ρούμι στα ποτήρια τους.

 

«Πιείτε το» είπε.    «η  Boogetes μάλλον θα αργήσει να ρθει»

Οι δύο άντρες έφεραν τα ποτήρια στο στόμα τους και ήπιαν χωρίς να πουν κουβέντα.

«Από που είστε;» ρώτησε σιγανά ο Vahmapatr, στάζοντας ακόμη λίγο ρούμι στο ποτήρι τους. Εκείνοι το ήπιαν και πάλι χωρίς να πουν κουβέντα.

«Θα πρέπει να έρχεστε από πολύ μακριά» τους είπε, και αυτή τη φορά γέμισε μέχρι πάνω τα ποτήρια τους, μέχρι που ξεχείλισαν.

«Ευχαριστούμε γέρο» είπαν και χαμογέλασαν από ευχαρίστηση και ευγνωμοσύνη, χωρίς ωστόσο να απαντήσουν στην ερώτησή του.

Ο Vahmapatr παρατηρούσε συνέχεια τη στάθμη του ποτού στα ποτήρια τους και τους ρωτούσε για πράγματα που δεν τον ενδιέφερε και πολύ να μάθει, όπως τί καιρό κάνει στη χώρα τους και αν τους έχει λείψει η οικογένειά τους, μέχρι τους είδε να πίνουν και την τελευταία σταγόνα. Με το χαμόγελο ζωγραφισμένο στο πρόσωπό του ξανά-σταξε λίγο ρούμι και ρώτησε:

«Τί είναι αυτό το καλάθι; Τί σχέση έχει με την κοπέλα;»

Οι δύο άντρες ζαλίζονταν από το πιοτό, αλλά δεν ήθελαν να μαρτυρήσουν το μυστικό τους.

«Τί είναι αυτό το καλάθι; Τί σχέση έχει με την κοπέλα;» επανέλαβε ο Vahmapatr σιγανά.

«Η κοπέλα είναι νεράιδα» ψιθύρισε ένας τους. «Το καλάθι που κρατάει στα χέρια της είναι μαγικό. Μόνο οι νεράιδες μπορούν να το σηκώσουν»

«Και οι υπόλοιποι;» ρώτησε ο Vahmapatr γεμάτος απορία.

«Όταν το ακουμπήσει κάποιος άλλος, γίνεται τόσο βαρύ το καλάθι, που όχι μόνο δε σηκώνεται αλλά σπάει από το βάρος τους οτιδήποτε βρίσκεται κάτω του.»

«Δηλαδή;» ρώτησε ο Vahmapatr με την περιέργεια να τον έχει κατακυριεύσει.

Οι δύο άντρες δε μίλησαν.

«Την κοπέλα γιατί την έχετε μαζί σας;»

«Δεν άκουσες; Πώς θα κουβαλήσουμε το καλάθι. Μόνο νεράιδες μπορούν να το μεταφέρουν»

Ο Vahmapatr σάστισε έμεινε άφωνος για λίγο, αλλά σύντομα συνήλθε και προσπάθησε να φανεί ήρεμος και αδιάφορος.

«Και ποιο το όφελος να το έχετε μαζί σας;»

«Πάμε σε σπηλιές-τάφους πλούσιων αντρών. Λέμε στη νεράιδα να το ακουμπήσει στην είσοδο. Μετά κάποιος από εμάς ακουμπάει το καλάθι και αυτό από το βάρος τους σπάει την είσοδο στα δύο. Μπαίνουμε μέσα και κλέβουμε.»

«Και το καλάθι τί έχει μέσα;»

«Δυο βελόνια»

Ο γερο-Vahmapatr έσταξε λίγο ακόμα ρούμι στα ποτήρια τους, έριξε και κάτι παράξενα ροκανίδια και απομακρύνθηκε ικανοποιημένος.

Οι δύο κοπέλες είχανε μείνει αρκετή ώρα μόνες τους και η Βoogetes άφησε τη πελατεία της χωρίς κρασί για παραπάνω ώρα απ’ όσο θα μπορούσε να γίνει ανεκτό. Οι άντρες είχανε γίνει πολύ ανυπόμονοι και άρχισαν να πηγαίνουν και να γεμίζουν μόνοι τους τα ποτήρια τους. Η κατάσταση φαινόταν ότι θα γινόταν ανεξέλεγκτη από τη στιγμή που κάποιος από αυτούς άρχισε να πίνει μπύρα από το βαρέλι. Το παράδειγμά του ακολούθησαν και άλλοι.

«Τί είναι αυτή η φασαρία;» ρώτησε η Yohmat με σβησμένη φωνή.

«Οι άντρες μέθυσαν» απάντησε η Boogetes με το φόβο ζωγραφισμένο στα μάτια της. «Πρέπει να πάω»

Η Yohmat της έπιασε απαλά το χέρι.

«Σε παρακαλώ μείνε» ψιθύρισε. «Κλείδωσε την πόρτα και έλα εδώ»

Η Boogetes σηκώθηκε χωρίς να απομακρύνει το βλέμμα της από τη Yohmat, έβαλε το χάλκινο κλειδί μέσα στην παλιά, ξύλινη πόρτα και το γύρισε σιγά σιγά, δύο φορές.

«Το καλάθι που σήκωσες είναι μαγικό» σιγοψιθύρισε με όση φωνή της είχε απομείνει «μόνο νεράιδες μπορούν να το σηκώσουν. Και εσύ το σήκωσες…»

Το μυστικό της Boogetes, που με τόσο κόπο και τόσες θυσίες προσπαθούσε να κρύψει είχε αποκαλυφθεί.

«Γιατί το έκανες αυτό; Γιατί έφυγες από τη νεραϊδοχώρα;»

«Εσύ γιατί το έκανες;» απάντησε η Βoogetes ακουμπώντας ένα βρεγμένο πανί στο μέτωπο της όμορφης Yohmat.

«Δεν είχα επιλογή. Με έκλεψαν»

«Δεν είσαι η μόνη. Έχασα την αδερφή μου»

«Δεν ήξερα ότι οι νεράιδες έχουν αδερφές» έκανε η Yohmat με περιέργεια.

«Όχι δεν έχουν» απάντησε χαμογελώντας «αλλά την αγαπούσα περισσότερο και από αδέρφι μου. Είχαμε περάσει τόσα πράγματα μαζί, που…..»

Σταμάτησε  και ένα δάκρυ κύλησε από τα μάτια της. Η Yohmat σηκώθηκε με δυσκολία από το κρεβάτι και της χάιδεψε τα μαλλιά.

«Μι στεναχωριέσαι» της είπε

«Ήταν η δεύτερη νύχτα του Kamermoon» συνέχισε η Boogetes, ενώ το δάκρυ κυλούσε ακόμα στο μάγουλό της. «όλες οι νεαρές  νεράιδες θα έπαιρναν από ένα χάρισμα με σκοπό να το χρησιμοποιήσουν για το καλό το δικό τους  και των ανθρώπων»

«Όποιος χρησιμοποιήσει το δώρο του για το κακό ανθρώπου ή νεράιδας παύει να είναι νεράιδα» παπαγάλισε η Yohmat το μυστικό όρκο των νεράιδων.

«Ακριβώς» είπε η Boogetes χαμογελώντας. «Εγώ και η Atma πήραμε από ένα μαγικό βελόνι. Σε ό,τι βάζαμε αυτό το βελόνι, αν το έπιανε άνθρωπος ή άλλο πλάσμα πέρα από νεράιδα, το αντικείμενο αυτό γινόταν τόσο βαρύ που ακόμα και οι γίγαντες δε θα μπορούσαν να το σηκώσουν. Ήμασταν πολύ χαρούμενες με το δώρο μας και φύγαμε μυστικά από το χωριό μας για να πάμε στους ανθρώπους και να  το δοκιμάσουμε.»

«Σε παρακαλώ μη συνεχίζεις» είπε η Yohmat με τα μάτια κατακόκκινα και πνιγμένη τη φωνή «ξέρω τη συνέχεια» είπε και ξέσπασε σε λυγμούς.

«Τί έπαθες;»

Η Yohmat σκούπισε με τα μαλλιά της τα όμορφα καστανόξανθα μάτια της, έπιασε με αργές κινήσεις το καλάθι και τράβηξε από πάνω του το κόκκινο μαντίλι με το οποίο το είχε σκεπάσει προσεκτικά.

«Κοίτα» είπε και της έδειξε το εσωτερικό του καλαθιού.

Η Boogetes γούρλωσε τα μάτια της και έφερε τα δάχτυλά της στο στόμα της. Μέσα στο καλάθι λαμπίριζαν με ένταση τα δύο μαγικά βελόνια.

«Atma εσύ είσαι;» ψιθύρισε, ενώ το κορμί της έτρεμε ολόκληρο από την ένταση των συναισθημάτων.

«Ναι» είπε εκείνη και την αγκάλιασε με δύναμη.

Η φασαρία γινόταν όλο και μεγαλύτερη κάτω. Ακούγονταν δυνατά οι φωνές των ανδρών και τα λόγια τους γινόταν όλο και πιο υβριστικά και άσχημα όσο περνούσε η ώρα.

«Κινδυνεύουμε» είπε η Boogetes

«Γιατί με έψαχνες εδώ;» ρώτησε η Atma σαν να μη την ένοιαζε ο χαμός που γινόταν κάτω.

«Όλοι οι άντρες αυτού του χωριού έχουν κλέψει και έχουν παντρευτεί νεράιδες, γοργόνες και άλλα μαγικά πλάσματα. Δεν είναι συνηθισμένο χωριό. Έφτιαξαν τα σπίτια και τους δρόμους να για μοιάζει με χωριό ανθρώπων, αλλά εδώ ζούσαν μόνο άντρες, μόνο άντρες που σκοπό τους είχαν να αιχμαλωτίσουν μία παράξενη ύπαρξη και να ζήσουν μαζί της. Όσοι λένε ότι είναι παντρεμένοι, έχουν σπίτι τους μία νεράιδα ή μία γοργόνα. Οι υπόλοιποι παριστάνουν τους ξυλοκόπους, αλλά τα βράδια ψάχνουν να βρουν τη δικιά τους νεράιδα και να την αιχμαλωτίσουν. Πίστευα ότι θα σε είχε κάποιος από αυτούς, γι αυτό παρίστανα την πανδοχέα, με την ελπίδα να ακούσω την περιγραφή σου από κάποιον από αυτούς που περηφανεύονται για τις χάρες της γυναίκας τους. Έχεις αλλάξει τόσο όμως… Σε είδα και δε σε γνώρισα… Συγγνώμη… Συγγνώμη Atma για όλα.»

«Γιατί έφυγες;» ρώτησε η Atma προσπαθώντας να κρύψει τους λυγμούς που πάλευαν να βγουν από μέσα της.

«Συγγνώμη. Έχασα το δρόμο μου και μαζί με αυτόν και σένα.»

«Σου είχα πει να μην απομακρυνθείς…» έκανε η Atma και έριξε με δύναμη το πρόσωπό της στο μαξιλάρι για να μη φανούν δάκρυά της.

«Συγγνώμη, δε θα το ξανακάνω» είπε η Boogetes και την αγκάλιασε απαλά.

Τα λόγια των δύο κοριτσιών σταμάτησαν απότομα οι φωνές των αντρών που ακούγονταν να πλησιάζουν από τις σκάλες.

«Έρχονται» είπε η Boogetes έντρομη και σηκώθηκε απότομα από το κρεβάτι. Έλεγξε ξανά αν ήταν κλειδωμένη η πόρτα και έβαλε μία καρέκλα από πίσω για στήριγμα, αλλά ήξερε ότι δε θα άντεχε τα χτυπήματα τους.

Η Atma πείρε ένα βελόνι και το πέρασε στα μαλλιά της.

«Όχι» είπε η Boogetes

«Δεν υπάρχει άλλη λύση» ψιθύρισε η Atma  μέσα στον πανικό και πέρασε το άλλο βελόνι στα μαλλιά της Boogetes.

Οι άντρες κλότσησαν με δύναμη και έσπασαν την ξύλινη πόρτα. Μόλις είδαν τις δύο κοπέλες μείνανε άφωνοι από την ομορφιά τους, αλλά αμέσως άρχισαν να γελούν και να φωνάζουν. Τις πλησίασαν γρήγορα, μα μόλις τις άγγιξαν, οι δύο νεράιδες γίνανε τόσο βαριές που ολόκληρο το πανδοχείο έπεσε και γκρεμίστηκε από το βάρος τους, σκοτώνοντας όλους τους άντρες του χωριού.

Από αυτή τη συντριβή σώθηκαν μόνο οι δύο κοπέλες, επειδή φορούσαν τα δύο μαγικά βελόνια. Σώθηκαν από το θάνατο, αλλά έχασαν τη φύση του, έπαψαν να είναι πια νεράιδες. Είχαν αθετήσει τον όρκο των νεράιδων και είχαν βλάψει ανθρώπους. Έτσι ποτέ δε μπόρεσαν να βγάλουν ή να ακουμπήσουν το βελόνι που βρισκόταν στα μαλλιά τους, γιατί αν το έκαναν θα γινόταν, τόσο βαρύ που θα τις κατέστρεφε. Μόνο μία νεράιδα θα μπορούσε να της το αφαιρέσει, αλλά ξέρετε πόσο δύσκολο είναι να βρεις νεράιδα, όταν είσαι άνθρωπος….

Στο τέλος του παραμυθιού το τέλος είναι ωραίο, μα της ψυχής συγχώρεση δίνει μονάχα τέλος.

 

 

 

 

Related Posts

1 Comment(s)

  1. eklag

    21 Αυγούστου 2011 στις 12:46

    Πόσες πολλές ανανεώσεις!
    φοβερή η αρχική photo!
    και φωτεινή!
    (κάπως αυστηροί οι νόμοι στη Νερα’ι’δοχώρα!
    βρε παιδάκι μου!)

Leave a Reply